Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Αξιολόγηση από ποιόν και για ποιούς;


Η αξιολόγηση φαντάζει μια ιδανική λύση μπροστά σε μια οποιαδήποτε δυσχερή κατάσταση .Με άλλα λόγια να προσδιορίσουμε την ποιότητα αυτής της κατάστασης με συγκεκριμένα «αντικειμενικά» κριτήρια ούτως ώστε να την υπερβούμε. Η αξιολόγηση ως έννοια έρχεται αρμονικά να δέσει με τον κυρίαρχο λόγο του αστικού μπλοκ εξουσίας τα προηγούμενα χρόνια αλλά και διαφόρων καλοθελητών που υπεραμύνονταν της αναγκαιότητας να επικρατήσει «αξιοκρατία» στο «σκάρτο και αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα». Πατώντας στις υπαρκτές αδυναμίες και τα ελλείμματα που έχει δημιουργήσει η κυρίαρχη ιδεολογία και οι πελατειακές σχέσεις εξαπέλυσαν το νέο γύρο της επίθεσης συνολικά στην εκπαίδευση, ο οποίος μεταφράστηκε φερ’είπειν στις κατώτερες βαθμίδες σε διαθεσιμότητες και πολλά κενά σε διδακτικές ώρες. Πριν από οποιοδήποτε μεγάλο ξεχαρβάλωμα το έδαφος λειαίνεται με μια σωτήρια «αξιολόγηση» η οποία αποτελεί και τη νομιμοποιητική βάση για ό,τι ακολουθεί… Έτσι επανέρχεται το ζήτημα και με το τρίτο μνημόνιο στο παν/μιο!

Με μια μικρή αναδρομή στην ιστορία του ελληνικού πανεπιστημίου βλέπουμε όμως πως η αξιολόγηση δεν είναι κάτι που έρχεται τώρα για πρώτη φορά. Το πρώτο βήμα έγινε με την υπογραφή της συνθήκης της Μπολόνια το 1999, όπου και συγκροτήθηκε και ο λεγόμενος Κοινός Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης (Κ.Ε.Χ.Α.Ε.), με στόχο να διασφαλιστεί αφενός μεν η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης, αφετέρου δε η αποτελεσματική σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη. Για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει ένα σύστημα ‘’βαθμολόγησης’’ και κατάταξης των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων (ranking).Νομοσχέδια επί νομοσχεδίων από το 2005 με σκοπό την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση σκόνταφταν στις άγριες διαθέσεις του φοιτητικού κινήματος .

Η αξιολόγηση διακρίνεται σε δύο φάσεις(όπως την είδαμε και το’14):Την  εσωτερική, τη λεγόμενη και αυτοαξιολόγηση που γίνεται από το ίδιο το ίδρυμα είτε με εκθέσεις-πορίσματα από τους καθηγητές(σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών και την έρευνα) ή με ερωτηματολόγια που μοιράζονται κατά τη διάρκεια των μαθημάτων στους φοιτητές, οι οποίοι καλούνται εθελοντικά και ανώνυμα, μέσα από μια εντελώς εξατομικευμένη διαδικασία, να απαντήσουν σε συγκεκριμένες ερωτήσεις άλλων, άσχετα από τα δικά τους κριτήρια. Ο ερωτών δύναται να προκαθορίσει τις ερωτήσεις μόνο για τα ζητήματα  που θέλει να λάβει απαντήσεις και κατ’επέκτασιν να τις «αξιοποιήσει» κατά το δοκούν.(ερωτήσεις που δεν άπτονται ποτέ των αναγκών των φοιτητών)
Η β’φάση αφορά στην εξωτερική η οποία διενεργείται από την «αμερόληπτη» θεόπνευστη Α.Δ.Ι.Π(Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη εκπαίδευση).Πρόκειται για όργανο θεσμοθετημένο ή καλύτερα διορισμένο από το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας. Η ΑΔ.Ι.Π  έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο για τη συγκρότηση της 5μελούς επιτροπής «εμπειρογνωμόνων». Αυτή η «επιτροπή των σοφών» αφού επεξεργάσθεί τα πορίσματα της α’ εσωτερικής φάσης προχωρεί σε επιτόπια επίβλεψη στο ίδρυμα(παρακολούθηση μαθημάτων, ενδοσκόπηση στο πρόγραμμα σπουδών,επαφές με καθηγητές αλλά και φοιτητές της «αρεσκείας τους» αποφαίνεται για την υγεία του ασθενούς.

Εύκολα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μια «εποικοδομητική διαφανή διαδικασία από έγκυρους και έγκριτους αξιολογητές που αφουγκράζονται από πρώτο χέρι τα προβλήματα της ακαδημαϊκής κοινότητας ενσκήπτοντας σε κάθε σχολή και εξετάζοντας τα επιμέρους προβλήματα».Τα ερωτήματα που εγείρονται από μεριάς μας είναι το ποίος ορίζει αυτό το πεδίο της διαφάνειας, με ποιά κριτήρια, ποιά προβλήματα επιδιώκει να επιλύσει(και υπέρ τίνος);

Με άλλα λόγια από ποιούς τέλος πάντων γίνεται η περιβόητη αξιολόγηση με ποιόν σκοπό και για ποιους;

Στα κρίσιμα αυτά αυτά βοηθούν στο ν’απαντήσουμε και ‘μεις οι επί μονίμου βάσεως καχύποπτοι τα εξής δεδομένα:

Το πεδίο και τα «αντικειμενικά» κριτήρια με οποία διεξάγεται, έχουν οριστεί ευθύς εξ’αρχής
1)Η εξωτερική αξιολόγηση που βρίσκεται προ των πυλών και στο ΔΠΘ γίνεται με πλαφόν περικοπών 15% στις δαπάνες οποιοδήποτε και αν είναι το πορισμά της. Λαμβάνοντας υπ’όψιν τις περικοπές της τάξεως των 80% τα τελευταία 5 χρόνια και τις εκ νέου που προβλέπονται από το «αριστερό» μνημόνιο η έγκυρη αυτή διαδικασία έρχεται να «μαζέψει» και πάλι το περιττό λίπος. Το κρατούμε ως προς τους σκοπούς της και συνεχίζουμε…

2)Η αξιολόγηση περάν του ότι προβλέπεται από το τρίτο μνημόνιο θα αποτελέσει τη βάση της πρόταση του Υπουργού Παιδείας για το νεό ν/σ που βρίσκεται στα σκαριά για την προσεχή Άνοιξη τους ’16.Ένα ν/σ για το οποίο μας έχει προϊδεάσει ο Ν.Φίλης(βλ δηλώσεις περί αξιοποίησης εργαλειοθήκης ΟΟΣΑ) και θα βαδίζει στις ράγες των επιταγών της Ε.Ε και της συνθήκης της Μπολόνια με ό,τι προβλέπεται για κατακερματισμένα πτυχία και ένα πανεπιστήμιο κάτεργο με εντατικοποιημένα προγράμματα σπουδών μέσα στο οποίο θα διαπλάθονται οι αυριανοί πειθαρχημένοι, ευέλικτοι, αναλώσιμοι κομμένοι και ραμμένοι στις ανάγκες της αγοράς εργαζόμενοι.

3)Υπάρχει καταγεγραμμένη πείρα από αξιολογήσεις σε πλειάδα σχολών. Στην αξιολόγηση και τα πορίσματά της δεν υπάρχει λέξη για τις επείγουσες ανάγκες των φοιτητών, για το υπέρογκο κόστος των σπουδών από το πρώτο κι’όλας εξάμηνο. Ποίος θα περίμενε να ‘γίνει αυτό αφού το υποκείμενο της αξιολόγησης είναι υπεύθυνο και για τη δραματική κατάσταση που βιώνει το αμφιθέατρο;

Τίθεται εύσχημα ως εξής: Διερεύνηση της αρτιότητας και αποτελέσματος του παραγόμενου εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου(όπως ακριβώς τ’αναφέρει η ίδια η Α.ΔΙ.Π σχετικά με τους σκοπούς της). Με δική μας μετάφραση σύνδεση εκπαιδευτικής διαδικασίας, του προγράμματος σπουδών και των αποφοίτων με τις ανάγκες της αγοράς. Ένα ερευνητικό έργο που για’ναι άρτιο «επιτάσσει τη σύμπραξη  με τον επιχειρηματικό παράγοντα» είτε με ερευνητικά προγράμματα τα οποία θα εκπονούνται από επιχειρήσεις με τζάμπα εργατικό δυναμικό τους ίδιους τους φοιτητές αλλά και με τομές στο πρόγραμμα σπουδών ώστε ο φοιτητής να λαμβάνει εκείνες μόνον τις γνώσεις που θα’ναι κατάλληλες για τις επιδιώξεις των επιχειρήσεων.
Στο ζήτημα αυτό είναι άλλωστε νωπά τα πορίσματα από την αξιολόγηση στη Νομική ΕΚΠΑ που μεταξύ άλλων προβλέπει «εκπόνηση κοινού προγράμματος με το τμήμα Οικονομικών Επιστημών» ενώ αναγιγνώσκει ότι με το ισχύον πρόγραμμα σπουδών «δίνεται μεγάλη έμφαση στις λεπτομέρειες ενώ χρειάζεται μια γενικότερη εποπτεία του αντικειμένου».
Αυτό σχετίζεται μ’ένα πτυχίο-ξεπέταγμα με συμπίεση του προγράμματος Σπουδών με ολίγον από Νομική και Οικονομικά(πάντα χρήσιμα για το κεφάλαιο) στον α’κύκλο ούτως ώστε οι απόφοιτοι με πτυχία πολλών ταχυτήτων και  χωρίς κατοχυρωμένα συλλογικά επαγγελματικά δικαιώματα(και με όξυνση του ανταγωνισμού στις τάξεις τους) να ωθούνται στον επόμενο κύκλο στο να υπερειξειδικευτούν με master και διαρκή  επανακατάρτιση έναντι αδράς αμοιβής  για να’ναι «αξιοποιήσιμοι» στην παραγωγή.
Σε άλλα σημεία «μάλωνει» το τμήμα για υπεράριθμο αριθμό φοιτητών(οι επονομαζόμενοι ανενεργοί) που δεν ολοκληρώνουν έγκαιρα τις σπουδές τους προκαλώντας «δυσλειτουργίες στο πρόγραμμα σπουδων», διατύπωση που ανοίγει και πάλι τη συζήτηση περί διαγραφών.


Τι θα σημάνει όμως μια καλή ή κακή αξιολόγηση;

Μέσω της αξιολόγησης, εισάγεται η λογική του «καλού» και του «κακού» (όπου «καλός» σημαίνει και αποδοτικός, ανταγωνιστικός αλλά και υπάκουος), με τον μεν να ανταμείβεται και τον δε να τιμωρείται. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση πλέον είναι πλήρως εναρμονισμένη με τη χρηματοδότηση, τα αποτελέσματα δεν θέλει πολύ προσπάθεια για να τα φανταστούμε… Όσο χειρότερη αξιολόγηση έχει μια σχολή ή ένα ίδρυμα τόσο μικρότερο μερίδιο της κρατικής επιχορήγησης παίρνει. Απομακρύνεται έτσι η ευθύνη χρηματοδότησης των ιδρυμάτων από το κράτος και μεταβιβάζεται στα ίδια, ενισχύοντας τη λογική της αυτοχρηματοδότησης, αναγκάζοντας το πανεπιστήμιο να βρει μόνο του τους πόρους που θα του εξασφαλίσουν την παραμονή του στον εκπαιδευτικό χάρτη. Πόροι οι οποίοι μπορεί να βρεθούν είτε με εκχώρηση βασικών λειτουργιών του σε ιδιώτες, είτε με την ανάληψη ερευνητικού έργου για εταιρείες μέσω λ.χ της ίδρυσης επώνυμων εδρών, είτε επιβαρύνοντας τους ίδιους τους φοιτητές με την επιβολή διδάκτρων και στις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές (βλ. ήδη στο ΠΜΣ στο τμήμα μας).

Ξεκαθαρίζουμε ότι για μας μόνο κριτήριο για τη λειτουργία του πανεπιστημίου και του κάθε τμήματος είναι οι  ανάγκες των φοιτητών, η εξασφάλιση ποιοτικών όρων σπουδών για τους φοιτητές, η κάλυψη των αναγκών της λειτουργίας του τμήματος και του πανεπιστημίου σε προσωπικό και βέβαια ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας του τελευταίου και ο ρόλος του στο πλευρό των κοινωνικών αναγκών.Το φοιτητικό κίνημα με όπλο τις μαζικές δημοκρατικές διαδικασίες καλείται ν’αντιταχθεί σε κάθε δούρειο ίππο που έρχεται να επιβουλευτεί το μέλλον του. Να τεθεί πρωτοπόρο στη μάχη της γενιάς του για μόρφωση δουλεία και αξιοπρέπεια και να  αποτελέσει οργανικό τμήμα του μετώπο που θα ξηλώσει τις κανιβαλικές πολιτικές κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ-Κεφαλαίου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου