Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

12/3/12 ΟΥΤΕ ΣΙΩΠΗΣ, ΟΥΤΕ ΥΠΟΤΑΓΗΣ, ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ

Δεν έχει τελειωμό η σαρωτική επίθεση της κυβέρνησης της χρεοκοπίας, στα δικαιώματα των εργαζόμενων και των νέων. Με ομοβροντία μέτρων απίστευτης βαρβαρότητας μας οδηγούν στην εξαθλίωση και στην εξόντωση. Μισθοί πείνας 400 ευρώ, ανεργία, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας,  κατάργηση κάθε είδους κοινωνικής παροχής, όλα στο βωμό της κρίσης που αυτοί δημιούργησαν αλλά που δεν την ένιωσαν ποτέ.

Την Κυριακή 12 Φλεβάρη, οι  199 ψήφοι ΥΠΕΡ του νόμου και της σύμβασης δεν σημαίνουν τίποτα καθώς η πολιτική αυτή και οι εκφραστές της έχουν καταδικαστεί στη συνείδηση των εργαζόμενων και της νεολαίας. Αυτό που έχει σημασία είναι να θυμόμαστε σε τι σκηνικό έγινε η ψήφιση : μια άδεια πλατεία Συντάγματος όπου ακόμα δεν είχαν καταλαγιάσει οι αναθυμιάσεις από τα δακρυγόνα, σαράντα τραυματίες από το μένος των δυνάμεων καταστολής. Μα πάνω από όλα, η ψήφιση του άθλιου νόμου έγινε αφού όλη η Ελλάδα είχε για ώρες συγκλονιστεί από τη λαοθάλασσα διαδηλωτών που παρέμεναν στους δρόμους και συγκρούονταν με τις μανιασμένες δυνάμεις καταστολής που είχαν αμολήσει κυβέρνηση και τρόικα για να τσακίσουν, χωρίς καμία επιτυχία, το ηθικό του αγωνιζόμενου λαού.

Το νέο μνημόνιο βρίσκει τη φοιτητιώσα νεολαία σε κατάσταση 5μηνης νηνεμίας. Γιατί κακά τα ψέματα ας σκεφτεί ο καθένας από εμάς πόσος καιρός έχει περάσει από τις μαζικές γενικές συνελεύσεις που έκανε ο σύλλογός μας το Σεπτέμβρη.

Πέρασαν μόλις 5 μήνες από τότε που ο φοιτητικός μας σύλλογος έπαιρνε αγωνιστικές αποφάσεις και με μαζικές συνελεύσεις αποφάσιζε την καταδίκη του νέου νόμου για την παιδεία τόσο σε επίπεδο διατάξεων όσο και στο σύνολό του. Ωστόσο, αν και αυτό το διάστημα είναι πολύ μικρό, η κατάσταση του συλλόγου φαίνεται διαφοροποιημένη, αφού όχι μόνο δεν είναι σε τροχιά κινητοποιήσεων, αλλά ακόμη και το κεκτημένο του διαλόγου φαίνεται να αμφισβητείται…αφού κανένας δεν θυμάται πότε ήταν η τελευταία γενική συνέλευση…

Και εδώ προκύπτει ο εξής προβληματισμός… Ποιος ευθύνεται γι’ αυτό και εν τέλει ποιος επιθυμεί να γίνονται γενικές συνελεύσεις και ποιος όχι…

Μεγάλο μερίδιο ευθύνης, για εμάς, έχουν οι κυβερνητικές παρατάξεις ΔΑΠ-ΠΑΣΠ κυρίως γιατί επιδιώκουν την αποπολιτικοποίηση του κόσμου και τον στρέφουν στον ατομικό δρόμο. Πιο συγκεκριμένα, ανέκαθεν οι δύο αυτές παρατάξεις παρουσίαζαν τις προτάσεις τους ως μέσο για την υπεράσπιση των φοιτητικών αναγκών, ενώ την ίδια στιγμή ουδέποτε μπήκαν στη διαδικασία να εμπλέξουν πιο μαζικά και δυναμικά το σύλλογο στην υπεράσπιση των υλικών συμφερόντων του.

·   Πόσο συχνά ΔΑΠ-ΠΑΣΠ καλεί τον κόσμο σε συνέλευση?
·  Πόσο συχνά ΔΑΠ-ΠΑΣΠ αποπροσανατολίζουν τον κόσμο του συλλόγου λέγοντας από πολύ νωρίς ότι η διαδικασία της συνέλευσης δεν θα βγει και τον καλούν για καφέ?
·  Πόσο συχνά συζητούν για τα καθημερινά προβλήματα που μας απασχολούν και ποια η τοποθέτησή τους για το κόψιμο συγγραμμάτων ,τα προβλήματα με τη σίτιση και τα λεωφορεία και την συνολικότερη υποχρηματοδότηση?
Εν τέλει βλέπουν σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα στα πανεπιστήμια που μας επιβάλλεται την οριστική διάλυση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας?

Η άποψή μας είναι ότι δεν εθελοτυφλούν αλλά στρώνουν το καλύτερο χαλί για την υλοποίηση της διάλυσης αυτής, ακριβώς γιατί αυτό το μοντέλο πανεπιστημίου οραματίζονται χρόνια. Ένα μοντέλο πανεπιστημίων που οι σύλλογοι θα είναι αποκομμένοι από την κοινωνία και οι αποφάσεις θα λαμβάνονται όχι από συλλογικές διαδικασίες αλλά στους διαδρόμους των υπουργείων και στα γραφεία των καριεριστών, επίδοξων κομματικών στελεχών και μεγαλοκαθηγητάδων-πρυτάνεων με τη μορφή πελατειακών σχέσεων και μικροπολιτικών πρακτικών.

Ενδεικτική της πολιτικής τους είναι η στάση τους εν όψει της εκλογής των Συμβουλίων Διοίκησης. Επίτηδες επιλέγουν την αποσιώπηση, εκμεταλλευόμενοι και την αδράνεια στην οποία εκ των πραγμάτων έπεσε ο σύλλογος κατά τη διάρκεια της εξεταστικής, για να περάσει όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα η μεταρρύθμιση. Τόσο γρήγορα ξέχασαν την «κριτική» τους στο νέο Νόμο, κριτική που εν τέλει έμεινε απλά σε μια άρνηση, δεν προχώρησε σε σχεδιασμό για το μπλοκάρισμά του και ίσα ίσα που έγινε για να κερδίσει κάτι από το ρεύμα δυσαρέσκειας?

Βέβαια για την κατάσταση του συλλόγου δεν μπορούμε να κατηγορούμε μόνο τις παρατάξεις αυτές. Έχει καλλιεργηθεί έντονα στον κόσμο της σχολής η λογική της ανάθεσης και της αποχής. Λογικές που τροφοδοτούνται από τη γενική απογοήτευση που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία και οδηγεί αναπόφευκτα στον επιβιωτισμό, διότι ο κόσμος πιστεύει ότι δεν μπορεί να πετύχει νίκες που να επηρεάσουν το πολιτικό σκηνικό. Η «εύκολη» λύση είναι να στραφεί στον ατομικό δρόμο σε συνδυασμό και με την αυξανόμενη εντατικοποίηση των ρυθμών σπουδών.
Επίσης ας μην γελιόμαστε, η ίδια η διαδικασία της γενικής συνέλευσης έχει κάποιες προβληματικές, που δεν την κάνουν ελκυστική στον κόσμο.

Ωστόσο εμείς πιστεύουμε ότι οι Γεν. Συνελεύσεις είναι εκείνο το όργανο που δίνει τη δυνατότητα στους φοιτητές να εκφραστούν ενιαία και ακριβώς επειδή μέσα σε αυτή καταγράφονται όλες οι απόψεις είναι το πιο κατάλληλο μέσο προκειμένου η φωνή των φοιτητών να ακουστεί και να ασκήσει την κατάλληλη πίεση για την προάσπιση των συμφερόντων μας. Θεωρούμε ότι η συνέλευση δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με τη δράση των παρατάξεων, αλλά να εμπλουτίζεται ως διαδικασία με πλούσιο πολιτικό διάλογο που θα απορρέει από τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων πλειοψηφικών κομματιών. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, πιστεύουμε ότι οι όποιες προβληματικές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την αποχή από τη διαδικασία των συνελεύσεων, αλλά αντίθετα με την ενεργή συμμετοχή σε αυτές.

Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη συγκυρία είναι απαραίτητο οι φοιτητικοί σύλλογοι να βγουν δυναμικά και να αποφασίσουν για τη στάση τους αλλά και τη δράση τους, εν όψει της εκλογής των Συμβουλίων Διοίκησης- του πυλώνα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης- εκλογή που σημαίνει την απαρχή της εφαρμογής του νέου Νόμου και μετατροπής των ιδρυμάτων σε κολλέγια τύπου εξωτερικού.

Στη βάση όλων των παραπάνω και αποτιμώντας την κατάσταση του συλλόγου τους τελευταίους μήνες, η απουσία διαλόγου- Γεν. Συνελεύσεων μόνο πίσω μας έχει πάει σ αυτά που καταφέραμε να κατακτήσουμε το Σεπτέμβρη καθώς έχει φέρει την εφαρμογή του Νόμου προ των πυλών. Ωστόσο θεωρούμε ότι ποτέ δεν είναι αργά… Όταν η επίθεση τόσο στην παιδεία όσο και στην εργασία είναι ολομέτωπη και αφορά το σύνολο της κοινωνίας, τότε ακόμα κι αν οι συλλογικοί μας αγώνες δεν είναι πάντα νικηφόροι είναι σίγουρο ότι η λογική του ατομικού δρόμου θα μας οδηγήσει σίγουρα στην ήττα, να γίνει η γενιά μας η «χαμένη γενιά».


ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ
15 ΜΑΡΤΙΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑ ΝΟΜΙΚΗ

Ε.Ε. - Ευρωπαικό Έγκλημα


Ε.Ε: Ευρωπαϊκό Έγκλημα

Συμπληρώνονται φέτος 10 χρόνια από την είσοδο μας στον “μαγικό κόσμο του ευρώ” αλλά κανείς δεν μοιάζει να το γιορτάζει. Ποιος θυμάται πλέον τις υποσχέσεις για την αειφόρο ανάπτυξη, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου όλων των λαών της ευρώπης, τα οφέλη της κοινής αγοράς και πολλά άλλα. Όλα αυτά μοιάζουν σήμερα με ένα μακρινό παραμύθι στην καλύτερη ή με ένα μεγάλο ψέμα στην χειρότερη.

Τα πρώτα χρόνια οι πιο πολλοί πίστευαν (ή μάλλον κάποιοι τους έκαναν να πιστεύουν...) ότι η Ε.Ε λατρεύει την Ελλάδα και γι' αυτό μας χαρίζει άφθονο χρήμα χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Με την εποχή των “παχιών αγελάδων” να φτάνει στη κορύφωση της, λίγο πριν ενταχθεί η χώρα στη ζώνη του ευρώ, με την φούσκα του χρηματηστηρίου που λίγο πριν σκάσει πολλοί μιλούσαν για τον “αταξικό καπιταλισμό” (!) όπου όλοι θα γινόμασταν πλούσιοι μέσα από το χρηματηστήριο με τον σημερινό πρωθυπουργό να είναι τότε το δεξί χέρι του Σημίτη στην μεγάλη “μπίζνα” ταυτόχρονα βοηθώντας στο μαγείρεμα των δημοσιονομικών στοιχείων ώστε να μπει η χώρα στην Ευρωζώνη! Εκείνα τα χρόνια, που σήμερα μοιάζουν τόσο μακρινά, όσοι τολμούσαν να ταχθούν κατά της Ε.Ε και του κοινού νομίσματος, υποστηρίζοντας ότι δεν μας χαρίζουν λεφτά αλλά μέσα από αυτή την διαδικασία αναδιαρθρώνεται οικονομικά όλη η Ευρώπη, οφελώντας χώρες όπως η Γερμανία και συγκεκριμένα τις πολυεθνικές εταιρείες και το τραπεζικό σύστημα, αντιμετωπίζονταν στην καλύτερη με χλευασμό και στην χειρότερη σαν τους τρελούς του χωριού.

Σήμερα γίνεται ολοένα και πιο σαφές στον καθένα ποιος ήταν και είναι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μιας Ένωσης που εξαρχής στήθηκε στις αρχές που επιβάλλει η αγορά και η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι οι επιδοτήσεις που δόθηκαν στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της περιφέρειας είχαν στόχο να καταστραφούν βασικές και κοινωνικά αναγκαίες παραγωγικές δομές όπως αγροτικά προϊοντα ( σιτάρι, ελαιόλαδο, ζάχαρη κλπ. ) καθώς και η βιομηχανία και να αντικατασταθούν από την καλλιέργεια “ανταγωνιστικών” προϊόντων δευτερευούσης σημασίας όπως ο κρόκος, τα ακτινίδια, τα σαλιγκάρια, τα ρόδια ακόμα κι η αλόη (ειλικρινά πως ζούσαμε τόσα χρόνια χωρίς να καλλιεργούμε αλόη;). Αυτό συνέβη προφανώς γιατί με την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ τα ελληνικά προϊόντα έπαψαν πλέον να είναι ανταγωνιστικά αλλά ταυτόχρονα αυξήθηκε, εικονικά τουλάχιστον, η αγοραστική δύναμη της χώρας ώστε να μπορεί να αγοράζει άφθονες ποσότητες προϊόντων όπως αυτοκίνητα, ηλεκτρικές συσκευές και φυσικά, όπλα από τις λεγόμενες ανεπτυγμένες χώρες, χωρίς παράλληλα να είμαστε σε θέση να εξάγουμε αντίστοιχο αριθμό προϊόντων.
Με λίγα λόγια η κοινή οικονομική και αγροτική πολιτική της Ένωσης χώρισε την Ευρώπη σε κράτη παραγωγούς και κράτη καταναλωτές, στερώντας από τα δεύτερα την σχετική αυτάρκεια που είχαν και καθιστώντας τα άμεσα εξαρτημένα από τα πρώτα. Την ίδια στιγμή οι “Ευρωπαίοι” απορούν δήθεν για τα δημοσιονομικά προβλήματα της περιφέρειας όταν σε συνεργασία με τις ελληνικές κυβερνήσεις διαμόρφωσαν τους όρους των ελλειματικών προϋπολογισμών και των δυσβάσταχτων δημοσίων χρεών.

Η κοινή αυτή οικονομική πολιτική δεν αρκέστηκε στην παραγωγική διάλυση της χώρας αλλά προχώρησε ακόμα παραπέρα προωθώντας την ιδιωτικοποίηση βασικών κοινωνικών αγαθών ξεκινώντας από τις τηλεπικοινωνίες (ΟΤΕ), συνεχίζοντας με τις μεταφορές (πώληση ολυμπιακής για να “υπάρξει ανταγωνισμός” και επί τόπου συγχώνευση με την AEGEAN δημιουργώντας ένα νέο ιδιωτικό αυτή την φορά μονοπώλιο, ΟΣΕ, ΜΕΤΡΟ, ΗΣΑΠ), τα λιμάνια (το λιμάνι του Πειραιά σε κινέζικη εταιρία), την ενέργεια με το προωθούμενο ξεπούλημα της ΔΕΗ και τέλος με το νερό. Ξεπουλούν ΔΕΚΟ που όχι μόνο δεν είναι ελλειματικές αλλά αποφέρουν μεγάλα κέρδη στο δημόσιο παρέχοντας αναγκαία κοινωνικά αγαθά, μέσα από ένα συστηματικό σχέδιο υποβάθμισης και διάλυσης τους που καταστρώνεται από την Ε.Ε και υλοποίειται από τις εγχώριες κυβερνήσεις.

Το όλο σχέδιο “ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης” θα ήταν λειψό αν δεν έβαζαν χέρι και στα εργασιακά. Σύμφωνα με αυτό οι “πλουσιοπάροχοι” μισθοί των 700 ευρώ έπρεπε να μειωθούν στα 400-500 ευρώ, οι συλλογικές συμβάσεις να εξαφανιστούν (για κλαδικές πλέον ούτε λόγος... ), το πενθήμερο και το ωχτάωρο να γίνουν μερική και ελαστική απασχόληση ή ακόμα χειρότερα εκ περιτροπής εργασία, τα όρια συνταξιοδότησης να αυξηθούν ενώ σχεδιάζεται ακόμα και η δημιουργία Ειδικών Οικονομικών Ζωνών στις οποίες δεν θα ισχύει ούτε η όποια εργατική προστασία έχει απομείνει ενώ οι επιχειρηματίες θα απολαμβάνουν τα οφέλη φορολογικών παραδείσων. Όλα αυτά τα εγκλήματα κατά του εργαζόμενου λαού γίνονται στο βωμό της ανάπτυξης, μιας ανάπτυξης τύπου Κίνας, Ινδονησίας, λατινικής Αμερικής όπου τα νούμερα είναι υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης αλλά κανένας πεινασμένος Ινδονήσιος δεν πανυγηρίζει που ο προϋπολογισμος έκλεισε με πλεόνασμα.

Για την Ε.Ε, ακόμα και ο χώρος της εκπαίδευσης αποτελεί εμπόρευμα και ευκαιρία κερδοφορίας των επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα πλάθει τον εργαζόμενο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς. Έναν εργαζόμενο ημιμαθή, χωρίς καμία λογική συλλογικών αγώνων και διεκδικήσεων, άκρως ανταγωνιστικό και απόλυτα αναλώσιμο, “ολιγαρκή” και υπάκουο. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο χώρος του πανεπιστημίου πρέπει να λειτουργεί με επιχειρηματικούς όρους: ανταγωνιστικά με τα άλλα πανεπιστήμια, περικόπτοντας την μέριμνα, τα συγγραματα κλπ ώστε να έχει πλεονασματικούς ισολογισμούς, φτιάχνοντας προγράμματα σπουδών για όλα τα γούστα με “πληθώρα” επιλογών, χωρίς κανένα κατοχυρωμένο επαγγελματικό δικαίωμα και κατ'επέκταση χωρίς καμία δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης, με πλήρη εντατικοποίηση του ρυθμού σπουδών (ώστε η οποιαδήποτε διεκδικητική δράση να “φρενάρει” ήδη κατά την διάρκεια της φοίτησης). Όλη αυτή η πολιτική που καθιστά την παιδεία αφενός αγαθό για λίγους και εκλεκτούς και αφετερού την υποτάσσει στις ανάγκες της αγοράς αδιαφορώντας για τις κοινωνικές ανάγκες, επιχειρείται να υλοποιηθεί στην Ελλάδα μέσα από τον νόμο Γιαννάκου, αρχικά, και με τον νόμο Διαμαντοπούλου τώρα. Νόμοι που δεν αποτελούν προσωπικές εμπνεύσεις των δημιουργών τους αλλά πλήρη υλοποίηση των πολιτικών της Ε.Ε όπως καταρτίστηκαν στις σχετικές συνθήκες (βλ. Μπολόνια).

“Ναι, μπορεί η Ε.Ε να μας έχει προκαλέσει μεγάλη ζημιά, αλλά αν βγούμε τώρα, την στιγμή που δεν παράγουμε, θα πτωχεύσουμε και θα καταστραφούμε ολοκληρωτικά!”

Ή μήπως όχι;
Η έξοδος από την Ε.Ε είναι απαραίτητο και αναγκαίο πρώτο βήμα ακριβώς για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας καθώς εντός της Ε.Ε δεν είναι δυνατόν να αποτιναχθούν οι περιορισμοί στο τι θα παράγουμε εξαιτίας της λειτουργίας της κοινής οικονομικής πολιτικής που αναλύθηκε παραπάνω. Επίσης η επιστροφή στη δραχμή μπορεί πράγματι να είναι καταστροφική στα πλαίσια της ακολουθούμενης πολιτικής, αλλά αποτελεί χρήσιμο εργαλείο για την άσκηση νομισματικής πολιτικής στα πλαίσια μιας πολιτικής, έξω από τις ανάγκες των μεγαλοεπιχειρηματιών και των τραπεζιτών, σύμφωνα με τις ανάγκες των εργαζομένων και της κοινωνίας.

“Ναι αλλά με τι λεφτά θα γίνει αυτή η οικονομική ανασυγκρότηση, προς το συμφέρον μάλιστα των εργαζομένων;”

Λεφτά υπάρχουν. Αλλά δεν τα έχουμε εμείς! Βλέπουμε όμως όλοι ότι υπάρχουν και τα έχουν οι πολυεθνικές εταιρείες που και μέσα στην κρίση διατηρούν υψηλότατη κερδοφορία, δίνοντας ψίχουλα ή και απολύοντας εργαζόμενους προφασιζόμενοι πτώση των κερδών τους, τα έχουν οι τράπεζες, με την πλουσιοπάροχη φυσικά βοήθεια των κυβερνήσεων (άλλα 50 δις θα πάρουν με το νέο μνημόνιο). Οπότε, ταυτόχρονα με την έξοδο από Ε.Ε και ευρωζώνη επόμενο αναγκαίο βήμα αποτελεί η εθνικοποίηση των τραπεζών, η απαγόρευση εξόδου κεφαλαίων από την χώρα και η κοινωνικοποίηση νευραλγικών επιχειρήσεων. Με αυτά λοιπόν τα κεφάλαια η χώρα θα είναι σε θέση να ξεκινήσει μια διαδικασία οικονομικής επανεκκίνησης και παραγωγικής ανασυγκρότησης στην βάση πάντα των κοινωνικών-εργατικών αναγκών.

“Και με το δημόσιο χρέος τι θα γίνει;”

Το δημόσιο χρέος σίγουρα δεν το δημιούργησε ο ελληνικός λαός αλλά παρόλα αυτά το έχει αποπληρώσει και μάλιστα πάνω απο μία φορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο λόγος υπογραφής του μνημονίου Ι και η ένταξη της χώρας στο Δ.Ν.Τ: Το δημόσιο χρέος ήταν στο 120% του ΑΕΠ και γι' αυτό το λόγο έπρεπε να παρθούν μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αν το σχέδιο τους λειτουργήσει τέλεια, ξεπουληθεί δηλαδή όλη η δημόσια περιουσία και εξαθλιωθούν όλοι οι εργαζόμενοι το χρέος το 2015 θα είναι στο.... 120%! Είναι σαφές λοιπόν πως το χρέος λειτούργησε κυρίαρχα σαν μοχλός πίεσης για την βίαιη κινεζοποίηση των Ελλήνων εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι λοιπόν έχουν χρέος να μην αναγνωρίσουν και φυσικά να μην πληρώσουν αυτήν την ληστεία που συντελείται στις πλάτες τους!

“Και ποιος θα τα κάνει όλα αυτά;”

Φυσικά αυτά τα μέτρα εξόδου από την κρίση από την σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων δεν μπορούν να υλοποιηθούν από καμία κυβέρνηση και από κανένα κόμμα στα πλαίσια του σημερινού οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Οι μόνοι που μπορούν να το υλοποιήσουν είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, δηλαδή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Με οργάνωση από τα κάτω και με δημοκρατικές δομές μέσα στους χώρους δουλειάς, με πάλη για εργατικό έλεγχο στην παραγωγή και στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Εν τέλει όλη αυτή η πολιτική μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από μια άλλου τύπου δημοκρατία: Μια εργατική δημοκρατία.

Ένα εργατικό κίνημα με τέτοια στόχευση είναι ικανό να αποτελέσει τον πυροκροτητή ανάλογων εξελίξεων και στην υπόλοιπη Ευρώπη όπου οι εργαζόμενοι δέχονται παρόμοιες αντιλαϊκές επιθέσεις. Η Ευρώπη των λαών λοιπόν, μπόρει να γίνει πράξη, όχι φυσικά μέσα από τις δομές της Ε.Ε και την “αλλαγή συσχετισμών” μέσα σε αυτήν, αλλά να γεννηθεί μέσα από την φωτιά του αγώνα και της αλληλεγγύης των εργατικών κινημάτων.